|
1. Παρά τις επανειλημμένες εξαγγελίες από τις συσκέψεις των Υπουργών Περιβάλλοντος στην Ε.Ε για την ορθολογική διαχείριση των φυσικών μας πόρων, διαπιστώνεται συνεχώς η ανεξέλεγκτη & σπάταλη διαχείρισή τους. Πως νομίζετε ότι μπορεί να μπει ένας φραγμός σ’ αυτό; Ποιες ενέργειες θα κάνετε ώστε να οριοθετηθούν οι φυσικοί πόροι στην ενέργεια, στο νερό και στον υπόγειο πλούτο της χώρας μας; Μοναδική λύση είναι η εκπόνηση ενός μεσομακροπρόθεσμου σχεδίου που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες όχι μόνο της Ελληνικής Επικράτειας στο σύνολο της, αλλά θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες των επιμέρους περιφερειών και των τοπικών κοινωνιών. Παράλληλα, απαιτείται να δοθεί βαρύτητα στις παραγωγικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται στην χώρα μας και κυρίως όσες από αυτές είναι ιδιαίτερα ενεργοβόρες και χρησιμοποιούν μεγάλα αποθέματα φυσικών πόρων (π.χ. σπατάλη νερού στην αγροτική παραγωγή με το 86% του νερού που χρησιμοποιείται στην Ελλάδα προορίζεται για άρδευση) προκειμένου να προχωρήσει μια διαδικασία εξορθολογισμού. Την ίδια στιγμή πρέπει να ισχυροποιήσουμε τους μηχανισμούς ελέγχου και να προχωρήσουμε σε μια ενημέρωση των πολιτών για την αξία και την σημασία που έχουν οι φυσικοί πόροι τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον του ανθρώπου και της κοινωνίας. Αναφορικά τώρα με τις ενέργειες για την οριοθέτηση των φυσικών μας πόρων, απαιτείται η τριμερής συνεργασία μεταξύ της οργανωμένης Πολιτείας (σε όλα τα επίπεδα), των Επιστημονικών Φορέων και της Κοινωνίας των Πολιτών που αναμφίβολα γνωρίζουν τις ανάγκες κυρίως των περιοχών όπου ζουν και εργάζονται. 2. Ποιες είναι οι θέσεις σας ώστε να προστατεύονται οι πηγές του αγαθού «εν ανεπάρκεια», του νερού, και η διαχείριση του να αποτελεί θέμα «εθνικής σημασίας»; Το ζήτημα της επάρκειας το νερού είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την Ελλάδα, γιατί είναι γνωστό ότι πολλές περιοχές της χώρας μας (κυρίως οι νησιωτικές και ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες) αντιμετωπίζουν προβλήματα λειψυδρίας. Ο Ν. 3199/03 που θα μπορούσε να βελτιώσει το πλαίσιο διαχείρισης των υδάτινων πόρων, δυστυχώς παραμένει μέχρι και σήμερα ανενεργός, στερώντας από την Ελλάδα την δυνατότητα καλύτερης διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Πρέπει ακόμα να επαναενεργοποιηθούν επενδύσεις που αφορούν στην συντήρηση δικτύων, τη λελογισμένη χρήση γεωτρήσεων, την ορθή αξιοποίηση των αποθεμάτων των υπόγειων νερών σε περίπτωση λειψυδρίας, τις μετρήσεις για διαφορετικά είδη ρύπανσης, όπως και εκείνη των εδαφών κοντά σε μεταλλεία που «κατεβαίνει» στα υπόγεια νερά. Τέλος, να ενημερωθεί ο Έλληνας πολίτης για την σημασία που έχει η ορθολογική χρήση του νερού στην καθημερινότητα του, δεδομένου ότι η χώρα μας δυστυχώς παρουσιάζει πολύ υψηλή κατανάλωση νερού με 2.389 κυβικά ανά κάτοικο τον χρόνο, έναντι 1.243 που είναι ο παγκόσμιος μέσος όρος. 3. Ποιες είναι οι θέσεις σας για τη διαχείριση των σκουπιδιών στην Ελλάδα και γενικότερα στην Ευρώπη, και ποιο τρόπο διάθεσης υιοθετείτε;
Ο σύγχρονος καταναλωτικός τρόπος ζωής μας έχει φέρει σε ένα αδιέξοδο όσον αφορά την διαχείριση των σκουπιδιών. Καθημερινά βλέπουμε στοίβες σκουπιδιών να πλημμυρίζουν τα πεζοδρόμια των πόλεων και το φυσικό περιβάλλον. Για την αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος δεν είναι δυνατόν να προχωρήσουμε ακολουθώντας μια και μόνη λύση. Αυτό που απαιτείται, είναι ο συνδυασμός διαφορετικών λύσεων που μπορούν να απαντήσουν αποτελεσματικά στις ανάγκες που παρουσιάζει η κάθε περιοχή. Πέρα όμως από αυτή καθαυτή την διαχείριση απαιτείται πρωτύτερα να λάβουμε μετρά για την μείωση της παραγωγής των απορριμμάτων. Αυτό επιτυγχάνεται με την χρήση των νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία, με την παροχή κινήτρων για πιο «καθαρές» λύσεις και με αντικίνητρα – επιβολή προστίμων για όσους αδιαφορούν. Επιπρόσθετα πρέπει να δοθεί ακόμα μεγαλύτερη βάση στην ανακύκλωση των σκουπιδιών που θα πρέπει να αποτελεί και την βασική προτεραιότητα μας τα επόμενα χρόνια. Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι μέχρι σήμερα η ανακύκλωση υποστηρίζεται από τους πολίτες, πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειες μας αφενός στον τομέα της ενημέρωσης και αφετέρου σε αυτόν της οικονομικής στήριξης της ανακύκλωσης για να έχουμε επιτυχή αποτελέσματα. 4. Ποια είναι η θέση σας για τη διαχείριση των επικίνδυνων κι μη τοξικών αποβλήτων και ποιες μέθοδοι πιστεύετε ότι είναι οι καταλληλότερες γι’ αυτήν; Πρόκειται προφανώς για μια ιδιαίτερη κατηγορία αποβλήτων που απαιτεί κατά συνέπεια και μια διαφορετική πολιτική που θα τα αντιμετωπίζει αποτελεσματικά. Και πάλι όμως είναι δύσκολο να προτιμήσουμε μια συγκεκριμένη μέθοδο έναντι μιας άλλης, καθώς ακόμα και μεταξύ των επικίνδυνων και μη τοξικών αποβλήτων, απαιτείται ένας διαχωρισμός. Άρα προχωράμε σε μια δέσμη μέτρων με τον συνδυασμό διαφορετικών μεθόδων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην βέλτιστη δυνατή διαχείριση τους. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η φυσική επεξεργασία έχει το πλεονέκτημα της εφαρμογής σε πολλά οργανικά απόβλητα τα οποία δεν ανταποκρίνονται σε βιολογική επεξεργασία, ενώ παράλληλα διαθέτει μεγάλη ευελιξία τόσο στην εφαρμογή όσο και στον σχεδιασμό της, με πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα. Αντίθετα, το υψηλό κόστος της λειτουργίας και της συντήρησης είναι αποτρεπτικοί παράγοντες. Από την άλλη πλευρά, με την χημική επεξεργασία δύναται να αντιμετωπιστούν ουσιαστικά οι οργανικές ενώσεις μεγάλου φάσματος σε υγρά απόβλητα, σε στερεά και στο ίδιο το ρυπασμένο έδαφος. Η συγκεκριμένη μέθοδος όμως μειονεκτεί στο ότι απαιτεί μελέτη της σύστασης του αποβλήτου και μεγάλη προσοχή στην επιλογή των αντιδραστηρίων, ώστε να μην βρεθούμε αντιμέτωποι με δυσάρεστες εκπλήξεις. 5. Ποια είναι η θέση σας για την αντιμετώπιση της σωστής διαχείρισης και αντιμετώπισης των αστικών λυμάτων και πως μπορούν να κατανεμηθούν οι νομικές ευθύνες γι’ αυτά; Τα αστικά λύματα έχουν εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πόλεις της Ελλάδας. Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες φαινομένων κακοδιαχείρισης των αστικών λυμάτων, με αποτέλεσμα το φυσικό περιβάλλον να επιβαρύνεται και η ζωή των Ελλήνων πολιτών να υποβαθμίζεται σημαντικά. Η απουσία ακόμα και σήμερα σε πολλές πόλεις συστημάτων αποχετευτικών αγωγών για τη συλλογή λυμάτων από κάθε κτίριο, είναι το επίκεντρο του προβλήματος. Εν συνεχεία, τα αστικά λύματα τα οποία διοχετεύουν υπερβολικές ποσότητες ευτροφιστών, και ειδικότερα φωσφορούχων και αζωτούχων, σε ποταμούς και θάλασσες οδηγούν στην ανεξέλεγκτη ανάπτυξη φυκών και άλλων μορφών υδρόβιων φυτών και κατά συνέπεια δημιουργούν εστίες μόλυνσης και στο θαλάσσιο - υγρό περιβάλλον, ενώ κρίνονται ως απειλή και την δημόσια υγεία, δεδομένου ότι καθιστούν το νερό ανασφαλές για πόση. Όσον αφορά τις νομικές ευθύνες, θα πρέπει να αποδοθούν σε όλα τα επίπεδα, ξεκινώντας από το πιο υψηλό που είναι το ίδιο το Κράτος και τα συναρμόδια Υπουργεία που δεν έχουν μεριμνήσει για την καλή λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης για τα αστικά λύματα και φτάνοντας στον κάθε πολίτη που μολύνει το φυσικό περιβάλλον. Στο ενδιάμεσο βέβαια βρίσκουμε τους φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως είναι οι Δήμοι και οι Νομαρχίες που οφείλουν να επιβλέπουν την επεξεργασία των αστικών λυμάτων και να επιβάλουν βαρύτατα πρόστιμα στους παραβάτες, αλλά και τις ίδιες τις βιομηχανίες που καλούνται μέσω της τεχνολογίας από την μια πλευρά να μειώσουν την παραγωγή των λυμάτων και από την άλλη να τα καταστήσουν ακίνδυνα για το φυσικό περιβάλλον και την δημοσία υγεία. 6. Πως αντιμετωπίζετε τα σημαντικά προβλήματα της προστασίας των δασών μας και πως μπορεί να σταματήσει η «λαίλαπα» των «περίεργων» και επικίνδυνων πυρκαγιών; Δυστυχώς, η Ν.Δ. σε αυτόν τον τομέα έδειξε το χειρότερο πρόσωπο της όταν προσπάθησε το 2006 - 2007 να προχωρήσει με συνοπτικές και αδικαιολόγητες διαδικασίες στην αναθεώρηση του άρθρου 24 του Συντάγματος που θα οδηγούσε στον αποχαρακτηρισμό περίπου 40.000.000 – 45.000.000 στρεμμάτων δασών. Καταστροφική όμως ήταν και η αντίδραση της κατά την περίοδο του Αυγούστου του 2007, όταν η αδυναμία της να αντιμετωπίσει τις καταστροφικές πυρκαγιές οδήγησε στον θάνατο δεκάδες πολίτες και κατέκαψε χιλιάδες στρέμματα δασικής γης. Δυστυχώς, τα ίδια κάνει και σήμερα, καθώς το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, περιθωριοποιεί σε σημαντικό βαθμό τόσο το φυσικό περιβάλλον, όσο και τα δάση. Η προστασία των δασών, πρέπει να κινηθεί πάνω σε τρία επίπεδα: - Το πρώτο επίπεδο είναι αυτό της πρόληψης. Απαιτείται μια ουσιαστική και αποτελεσματική πολιτική δασοπροστασίας που δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως την οικονομική ενίσχυση των εμπλεκομένων φορέων. Είναι απαράδεκτο για παράδειγμα ο φορέας διαχείρισης δασών που συστάθηκε από το 2003, να παραμένει ανενεργός, δίχως επαρκή χρηματοδότηση. Το ίδιο απαράδεκτο είναι και το γεγονός ότι το Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων, αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υποστελέχωσης όπως επισημαίνει η Πανελλήνια Κίνηση Δασολόγων. Να προστεθεί ακόμα ότι ο καθαρισμός και η αποψίλωση σε όλους τους αστικούς και περιαστικούς χώρους, όπως και σε εκτάσεις που γειτνιάζουν με δάση και άλση, δεν υλοποιείται όπως πρέπει, καθιστώντας τις συγκεκριμένες περιοχές ιδιαίτερα επικίνδυνες. - Το δεύτερο επίπεδο είναι αυτό του σχεδιασμού και της εκπαίδευσης. Δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν ολοκληρωμένα σχέδια για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών, με αποτέλεσμα να μην τηρούνται ακόμα και βασικοί κανόνες στην διάρκεια της αντιμετώπισης μιας πυρκαγιάς. Το ίδιο συμβαίνει και με την εκπαίδευση των δασοπυροσβεστών και των εθελοντών δασοπυροσβεστών που επισημαίνουν συχνά την ελλιπή εκπαίδευση που έχουν. - Το τρίτο επίπεδο είναι αυτό της υλοποίησης – αντιμετώπισης. Εδώ τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα σοβαρά, με τις ελλείψεις σε προσωπικό υποδομές, εκπαίδευση και μέσα που παρουσιάζει η Πυροσβεστική Υπηρεσία να αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για σωστή αντίδραση. Όταν για παράδειγμα οι οργανικές ελλείψεις της Πυροσβεστικής φτάνουν τις 3.340 θέσεις, όταν ακόμα και σήμερα δεν έχει ξεκαθαριστεί πόσα και ποια θα είναι τα εναέρια μέσα που θα χρησιμοποιηθούν στην φετινή αντιπυρική περίοδο, γίνεται αντιληπτό ότι βρισκόμαστε μπροστά σε αδιέξοδο. 7. Πως αντιμετωπίζετε τα προβλήματα της νεόφερτης έννοιας της πράσινης οικονομίας και πράσινης πολιτικής χωρίς προηγουμένως να έχουν αντιμετωπισθεί βασικές έννοιες της «βιώσιμης ανάπτυξης» και ισορροπίας των ανθρωπογενών οικοσυστημάτων; Όλες αυτές οι έννοιες που αναφέρεται στην ερώτηση σας πρέπει να ειπωθεί ότι είναι αλληλένδετες. Πράγματι, μέχρι και σήμερα η βιώσιμη ανάπτυξη που θυμίζω ότι πρωτοορίστηκε από την Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη το 1987 (Brundtland Report), για να επικαιροποιηθεί πέντε χρόνια αργότερα στην Διάσκεψη του Ρίο υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών, μας προσφέρει τις βάσεις πάνω στις οποίες θα οικοδομήσουμε την Ελλάδα του 21ου αιώνα. Για παράδειγμα όταν ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Γιώργος Παπανδρέου μιλάει για «φορολογικά κίνητρα για περιβαλλοντικά φιλικά προϊόντα και αυστηρές κυρώσεις για όσους επιβαρύνουν το περιβάλλον», είναι δεδομένο ότι αναφέρεται στην αρχή του «ο ρυπαίνων πληρώνει» (polluters pays principle), που έλκει βέβαια την «καταγωγή» της από την Διακύρηξη του Ρίο το 1992. Όταν ο Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μιλάει για «νοικοκύρεμα στους φυσικούς μας πόρους και πράσινες υποδομές», είναι σαφές ότι βασίζεται και στις αρχές του Brundtland Report, με το οποίο οριοθετείται η βιώσιμη ανάπτυξη και μπαίνουν οι βάσεις για την ισόρροπη ανάπτυξη του Περιβάλλοντος της Κοινωνίας και της Οικονομίας. 8. Η ραγδαία εξέλιξη της κατάχρησης και ανεξέλεγκτης διάδοσης της Ηλεκτρομαγνητικής Ακτινοβολίας, πως νομίζετε ότι μπορεί να αντιμετωπισθεί; Η θεσμοθέτηση φορέων, ελεγχόμενων από τον ιδιωτικό τομέα, πιστεύετε ότι προωθεί σωστές και αποτελεσματικές πολιτικές Είναι δεδομένο ότι ζούμε στην εποχή της πληροφορίας και των νέων τεχνολογιών. Μια εποχή στην οποία τα κινητά τηλέφωνα, τα ασύρματα δίκτυα επικοινωνίας και η ταχεία ανάπτυξη του διαδικτύου μέσω των ασύρματων δικτύων, μας φέρνουν αντιμέτωπους με νέα προβλήματα. Προφανώς λοιπόν και πρέπει να εξετάσουμε το ζήτημα με ιδιαίτερη σοβαρότητα, από την στιγμή μάλιστα που η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία έχει συνδεθεί με την πρόκληση καρκίνου. Διαφωνώ στο κομμάτι της αντιμετώπισης του από ιδιωτικούς φορείς. Θεωρώ ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί πιο αποτελεσματικά από το Κράτος και την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Νομίζω ότι σε κεντρικό επίπεδο θα πρέπει να τεθούν οι προδιαγραφές (μαζί βέβαια με αυτές που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση) και εν συνεχεία η Τοπική Αυτοδιοίκηση να προχωράει σε ελέγχους και επιβολή κυρώσεων σε όσους παραβιάζουν τη Νομοθεσία. Αυτή η τακτική προϋποθέτει σαφώς την γενναία χρηματότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως και την πλήρη στελέχωση των υπηρεσιών της για την διενέργεια των ελέγχων. 9. Πως νομίζετε ότι μπορεί να αντιμετωπισθεί η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ φορέων που ασχολούνται με την προβληματική της προστασίας του περιβάλλοντος; Πρόκειται πράγματι για ένα πολύπλοκό και δυσεπίλυτο πρόβλημα. Και αυτό γιατί σήμερα οι φορείς (stakeholders) που ασχολούνται με την προβληματική της προστασίας του περιβάλλοντας έχουν αυξηθεί σημαντικά, περιλαμβάνοντας μάλιστα πέρα από το Κράτος και την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Κοινωνία των Πολιτών. Πολίτες ενεργούς που αντιλαμβανόμενοι την δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεται το φυσικό περιβάλλον προσπαθούν είτε αυτόνομα (εθελοντισμός), είτε μέσω των Περιβαλλοντικών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. Άρα θα πρέπει να βρεθεί ένας κοινός τόπος συνάντηση όλων αυτών των φορέων ώστε να προκύψουν το δυνατόν καλύτερα αποτελέσματα. Ένα πρώτο πολύ σημαντικό βήμα είναι η δημιουργία αυτόνομου Υπουργείου Περιβάλλοντος. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που το ΠΑΣΟΚ έχει πολύ υψηλά στις Κυβερνητικές του προτεραιότητες, με στόχο να υπάρξει και καλύτερος συντονισμός των φορέων. Ένα δεύτερο βήμα είναι να καθοριστούν τα όρια δράσης του κάθε φορέα. Η αλληλοεπικάλυψη αρμοδιοτήτων, θα πρέπει να περιοριστεί σημαντικά, γιατί και αυτή από την πλευρά της προκαλεί προβλήματα. 10. Πέρα από τους για την προστασία του περιβάλλοντος, έννοιες που έχουν μείνει μόνο στα λόγια και στα διάφορα κείμενα, στην εφαρμογή των υφιστάμενων νόμων υπάρχει μεγάλη υστέρηση. Πως μπορεί να γίνει συσχετισμός αυτών των δύο πολιτικών, ώστε να έχουμε εφικτά αποτελέσματα; Το πρόβλημα της εφαρμογής των Νόμων στην χώρα μας όπως γνωρίζεται είναι τεράστιο. Το πρόβλημα αυτό αφορά τόσο την Κοινοτική Νομοθεσία που ανά τακτά χρονικά διαστήματα φέρνει την χώρα μας αντιμέτωπη με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όσο και με την Εθνική Νομοθεσία που παραμένει ανεφάρμοστη λόγω της μεγάλης γραφειοκρατίας (π.χ. για να ισχύσει ένας νόμος απαιτείται η υπογραφή πληθώρας Υπουργικών Αποφάσεων, σε πολλές περιπτώσεις και σε παραπάνω από ένα Υπουργεία). Άρα θα πρέπει να κοιτάξουμε να βελτιώσουμε αυτές τις ενδιάμεσες διαδικασίες, ώστε η θεωρία να ταυτίζεται στο δυνατόν μεγαλύτερο βαθμό με την πράξη. Θα μπορούσε δηλαδή, η ενσωμάτων της κοινοτικής Νομοθεσίας στο Εθνικό μας Δίκαιο να γίνεται όχι μέσω Σχεδίων Νόμου, αλλά μέσω Υπουργικών Αποφάσεων. Παράλληλα, για το Εθνικό Δίκαιο να ισχύουν οι Νόμοι που ψηφίζονται στην Βουλή μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα δίχως να απαιτούνται χρονοβόρες διαδικασίες, όπως αυτές που σημειώνονται σήμερα και ζημιώνουν τελικά την ζωή των Ελλήνων πολιτών.
|